σύνδεσμος
Ορισμοί
- άκλιτη λέξη που συνδέει λέξεις ή φράσεις
- κάθε τι που συνδέει πρόσωπα ή πράγματα
- οργανωμένη ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν έναν κοινό σκοπό
- μέλος του συστήματος ανάρτησης που διαθέτει μια άρθρωση σε κάθε άκρο
- λευκός, ινώδης ιστός που συνδέει και συγκρατεί τα οστά ή τα σπλάχνα
- μέσο επικοινωνίας (έκφραση που καλύπτει είτε τεχνικά είτε ανθρώπινα μέσα)
- link: ο υπερσύνδεσμος σε ένα υπερκείμενο, που οδηγεί σε άλλο υπερκείμενο, όπως οι σύνδεσμοι σε μια γλώσσα σήμανσης σαν την HTML
Ισοδύναμα
44 more languages
Bosanskivez
Cymraeggewyn
Ελληνικάδεσμός
Eestiside
Gaeilgeballnasc
ગુજરાતીઅસ્થિબંધન
עבריתרצועה
Hrvatskivez
Bahasa Indonesiaafiliasi
Íslenskaband
Қазақ тілібайлам
ភាសាខ្មែរវាវ
한국어인대
Kurdîband
Lietuviųraištis
Latviešusaite
Македонскилигамент
မြန်မာအရွတ်
Slovenčinaväz
Slovenščinavez
Српскиvez
ไทยเอ็น
Tagaloggatil
ئۇيغۇرچەسىڭىر
Українськазв'я́зка
Tiếng Việtdây chằng
Παραδείγματα
“Κατηγορία:Σύνδεσμοι (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό, :Κατηγορία:Σύνδεσμοι (αρχαία ελληνικά)”
“< υπώνυμα: : εξωτερικός σύνδεσμος, εσωτερικός σύνδεσμος, εισερχόμενος σύνδεσμος”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free