HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σύνδεσμος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C1 Standard
ˈsin.ðe.zmos

Ορισμοί

  1. άκλιτη λέξη που συνδέει λέξεις ή φράσεις
  2. κάθε τι που συνδέει πρόσωπα ή πράγματα
  3. οργανωμένη ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν έναν κοινό σκοπό
  4. μέλος του συστήματος ανάρτησης που διαθέτει μια άρθρωση σε κάθε άκρο
  5. λευκός, ινώδης ιστός που συνδέει και συγκρατεί τα οστά ή τα σπλάχνα
  6. μέσο επικοινωνίας (έκφραση που καλύπτει είτε τεχνικά είτε ανθρώπινα μέσα)
  7. link: ο υπερσύνδεσμος σε ένα υπερκείμενο, που οδηγεί σε άλλο υπερκείμενο, όπως οι σύνδεσμοι σε μια γλώσσα σήμανσης σαν την HTML

Ισοδύναμα

44 more languages
Azərbaycan dilibağmənsubiyyət
Bosanskivez
Cymraeggewyn
Ελληνικάδεσμός
Eestiside
Gaeilgeballnasc
ગુજરાતીઅસ્થિબંધન
עבריתרצועה
Hrvatskivez
Bahasa Indonesiaafiliasi
Íslenskaband
日本語靭帯靱帯
Қазақ тілібайлам
ភាសាខ្មែរវាវ
한국어인대
Kurdîband
Lietuviųraištis
Latviešusaite
Македонскилигамент
မြန်မာအရွတ်
Slovenčinaväz
Slovenščinavez
Српскиvez
ไทยเอ็น
Tagaloggatil
ئۇيغۇرچەسىڭىر
Українськазв'я́зка
Tiếng Việtdây chằng

Παραδείγματα

“Κατηγορία:Σύνδεσμοι (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό, :Κατηγορία:Σύνδεσμοι (αρχαία ελληνικά)”
“< υπώνυμα: : εξωτερικός σύνδεσμος, εσωτερικός σύνδεσμος, εισερχόμενος σύνδεσμος”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σύνδεσμος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free