Meaning of ετοιμάζω | Babel Free
/e.tiˈma.zo/Ορισμοί
- με τις κατάλληλες ενέργειες και προεργασία φέρνω κάποιον ή κάτι σε κατάσταση ετοιμότητας, το(ν) καθιστώ έτοιμο για κάτι
- προετοιμάζω
- συγυρίζω, ευτρεπίζω
- οργανώνω, προγραμματίζω, σχεδιάζω
- διδάσκω, προετοιμάζω για εξετάσεις
- προπονώ
- μηχανορραφώ
- (μαγειρική) παρασκευάζω
Ισοδύναμα
English
Prepare
Παραδείγματα
“Θα σας ετοιμάσω την πρόταση, γραπτώς και στα αγγλικά.”
I'll prepare the proposal for you, in writing and in English.
“※ ετοιμάζω τα μοντέλα για φωτογράφιση”
“ετοιμάζω το φαγητό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.