Conjugation of ετοιμάζω
e.tiˈma.zoμε τις κατάλληλες ενέργειες και προεργασία φέρνω κάποιον ή κάτι σε κατάσταση ετοιμότητας, το(ν) καθιστώ έτοιμο για κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ετοιμάζω |
| εσύ | ετοιμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοιμάζει |
| εμείς | ετοιμάζουμε |
| εσείς | ετοιμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοιμάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ετοίμαζα |
| εσύ | ετοίμαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοίμαζε |
| εμείς | ετοιμάζαμε |
| εσείς | ετοιμάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοίμαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ετοίμασα |
| εσύ | ετοίμασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοίμασε |
| εμείς | ετοιμάσαμε |
| εσείς | ετοιμάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοίμασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ετοιμάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ετοιμάσω |
| εσύ | ετοιμάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοιμάσει |
| εμείς | ετοιμάσουμε |
| εσείς | ετοιμάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοιμάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ετοίμαζε |
| εσείς | ετοιμάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ετοίμασε |
| εσείς | ετοιμάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ετοιμάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ετοιμάζομαι |
| εσύ | ετοιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοιμάζεται |
| εμείς | ετοιμαζόμαστε |
| εσείς | ετοιμάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοιμάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ετοιμαζόμουν |
| εσύ | ετοιμαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοιμαζόταν |
| εμείς | ετοιμαζόμασταν |
| εσείς | ετοιμαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοιμάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ετοιμάστηκα |
| εσύ | ετοιμάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοιμάστηκε |
| εμείς | ετοιμαστήκαμε |
| εσείς | ετοιμαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοιμάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ετοιμαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ετοιμαστώ |
| εσύ | ετοιμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ετοιμαστεί |
| εμείς | ετοιμαστούμε |
| εσείς | ετοιμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ετοιμαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ετοιμάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ετοιμάσου |
| εσείς | ετοιμαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ετοιμαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.