Meaning of αναγκάσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγκάζω
- θα αναγκάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναγκάζω
- να αναγκάσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.