Meaning of μηχανοστάσιο | Babel Free
Ορισμοί
- , (μηχανολογία): ο χώρος (κτήριο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένες οι κύριες μηχανές ενός εργοστασίου, κ.λπ.
- (σιδηροδρομικός όρος): ο χώρος στάθμευσης - συντήρησης - επισκευής των μηχανών έλξης ή άλλων των τροχιοδρομικών ή σιδηροδρομικών οχημάτων.
- : το διαμέρισμα όπου είναι εγκατεστημένες οι μηχανές ενός πλοίου.
Ισοδύναμα
English
engineering
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.