HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μηχανοστάσιο | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. , (μηχανολογία): ο χώρος (κτήριο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένες οι κύριες μηχανές ενός εργοστασίου, κ.λπ.
  2. (σιδηροδρομικός όρος): ο χώρος στάθμευσης - συντήρησης - επισκευής των μηχανών έλξης ή άλλων των τροχιοδρομικών ή σιδηροδρομικών οχημάτων.
  3. : το διαμέρισμα όπου είναι εγκατεστημένες οι μηχανές ενός πλοίου.

Ισοδύναμα

English engineering

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μηχανοστάσιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course