διακριτικά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριτικό
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Φορούσε διακριτικά κοσμήματα στη δεξίωση.”
She wore discreet jewelry at the reception.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free