Meaning of διακριτικό | Babel Free
/ði̯a.kɾi.tiˈko/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διακριτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διακριτικός
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.