Meaning of δαγκώσει | Babel Free
/ðaŋˈɡosi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαγκώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
- θα δαγκώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δαγκώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.