Meaning of καλόγρια | Babel Free
/kaˈloɣɾia/Ορισμοί
- γυναίκα ντυμένη το μοναχικό σχήμα
- άλλη μορφή του καλόγρια
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Nun
Παραδείγματα
“Οι καλόγριες προσεύχονται κάθε μέρα.”
Nuns pray every day.
“Η Μαριώ δε θα έρθει, είναι σκέτη καλόγρια και δεν της αρέσουν τα πάρτι.”
Maria won't be coming; she's a complete puritan and doesn't like parties.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.