HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηθικολόγος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2

Ορισμοί

  1. αυτός που συνηθίζει να κάνει λόγο για ηθική, συχνά με δογματικό τρόπο και χωρίς ευρύτητα πνεύματος
  2. αυτός που ασχολείται με θέματα ηθικής φύσεως
  3. αυτός που πρεσβεύει τα καθιερωμένα από την κοινωνία ήθη και έθιμα, καθορίζοντας παράλληλα τι είναι ηθικό και τι δεν είναι.
  4. αυτός που ηθικολογεί
  5. αυτός που κρίνει τους άλλους σε σχέση με το ήθος τους

Ισοδύναμα

English Moralist Priggish

Παραδείγματα

“Έντγκαρ Χούβερ: ηθικολόγος και λάτρης της πορνογραφίας (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηθικολόγος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course