Meaning of ηθικολόγος | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που συνηθίζει να κάνει λόγο για ηθική, συχνά με δογματικό τρόπο και χωρίς ευρύτητα πνεύματος
- αυτός που ασχολείται με θέματα ηθικής φύσεως
- αυτός που πρεσβεύει τα καθιερωμένα από την κοινωνία ήθη και έθιμα, καθορίζοντας παράλληλα τι είναι ηθικό και τι δεν είναι.
- αυτός που ηθικολογεί
- αυτός που κρίνει τους άλλους σε σχέση με το ήθος τους
Παραδείγματα
“Έντγκαρ Χούβερ: ηθικολόγος και λάτρης της πορνογραφίας (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.