λογιστής
Ορισμοί
αυτός που ασχολείται με τα λογιστικά, την διαχείριση, τον έλεγχο, την απεικόνιση και την καταγραφή των πόρων (οικονομικών ή άλλων) μιας μονάδας ή ομάδας ή/και μεγαλύτερων κοινωνικών συνόλων
Ισοδύναμα
26 more languages
Българскисчетоводител
Bosanskiknjigovođa
Češtinaúčetní
Danskbogholder
Eestiraamatupidaja
עבריתמנהל חשבונות
Hrvatskiknjigovođa
Magyarkönyvelő
日本語簿記係
Românăcontabil
Српскиknjigovođa
Svenskabokförare
Kiswahilimweka hesabu
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free