HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λογίστρια

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

η γυναίκα που ασκεί το επάγγελμα του λογιστή, αυτή που ασχολείται με τα λογιστικά

Ισοδύναμα

2 more languages
Ελληνικάλογιστής
Русскийбухгалтер

Παραδείγματα

“Η λογίστρια ετοίμασε τη φορολογική δήλωση της εταιρείας.”

The accountant prepared the company's tax return.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λογίστρια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free