Meaning of λογιών | Babel Free
/loˈʝon/Ορισμοί
- ειδών, κατηγοριών
-
γενική πληθυντικού του λόγια (δεύτερος ενικός του λόγος) genitive, plural
- λογιών λογιών: πολλών ειδών (για να δηλωθεί η ποικιλία)
Παραδείγματα
“υπάρχουν δυο λογιών μηχανάκια, τα δίχρονα και τα τετράχρονα”
“μέσα στο παλιατζίδικο έβρισκε κανείς λογιών λογιών αντίκες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.