Meaning of βουλή | Babel Free
/vuˈli/Ορισμοί
- το νομοθετικό σώμα
- στα σύγχρονα πολιτεύματα
-
ευκολία idiomatic
- γυναικείο όνομα
- ο θεσμός της αρχαίας πόλης κράτους, όπως της Αθήνας
- το κτίριο εντός του οποίου συνεδριάζει το ομώνυμο νομοθετικό σώμα
- θέληση, απόφαση, γνώμη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι βουλές του Θεού”
the will of God
“Η βουλή είναι δυνατόν να διακρίνεται σε Άνω Βουλή (Γερουσία), Βουλή των Λόρδων και Βουλή των Κοινοτήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, Κάτω Βουλή ή Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ.”
“Η βουλή στην αθηναϊκή δημοκρατία αποτελούνταν από 500 αντιπροσώπους, 50 από κάθε φυλή, οι οποίοι εκλέγονταν με κλήρωση (η βουλή των πεντακοσίων)· συζητούσε προκαταρκτικά τις υποθέσεις της πόλης και εξέδιδε προβούλευμα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.