Meaning of κονιάκ | Babel Free
/koˈɲak/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ποικιλία μπράντι· οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται σε συγκεκριμένη περιοχή της Γαλλίας, γύρω από την πόλη Κονιάκ, με διπλή απόσταξη κρασιού και, στη συνέχεια, παλαιώνει σε δρύινα βαρέλια
-
το μπράντι οποιασδήποτε περιοχής ή μάρκας figuratively
Ισοδύναμα
English
Cognac
Παραδείγματα
“※ Υπήρχε τότε βερμούτ, κονιάκ και πίπερμαν που ήταν τότε της μόδας' (Γιώργος Ρούβαλης, , Στ' Ανάπλι, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005, σελ. 171)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.