ανάμειξη
Ορισμοί
- το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μείγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό
- η ενασχόληση με κάτι που υπονοείται ότι δεν είναι θετικό γενικά ή που δεν είναι θετικό για μια συγκεκριμένη περίπτωση
- η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις, σε υποθέσεις που νομότυπα και ηθικά δεν έχει κάποιος λόγο επειδή αφορούν άλλη οικογένεια, άλλο έθνος, άλλο τομέα
Ισοδύναμα
30 more languages
Българскиучастие
Bosanskikarma
Esperantomiksado
Suomiblandausmeleeraaminenmiksaaminenmiksausosallistuminenpeukalointisekoittaminensekoittelusekoittuminenseostaminenseostussotkeminensotkeutuminen
Galegoinxerencia
Hrvatskikarma
Bahasa Indonesiapembauran
Italianocoinvolgimentoconsolecuriositàinframmettenzaingerenzainterferenzaintromissioneintrusionemanipolazionemescolamentomiscelazionemissaggiomixaggio
മലയാളംഇടപെടൽ
Românăamestec
Српскиkarma
中文干涉
繁體中文干涉
Παραδείγματα
“η ανάμειξη λαδιών τα νοθεύει κι εσύ νομίζεις ότι παίρνεις ελαιόλαδο αλλά αυτοί είναι ικανοί να έχουν βάλει μέσα ακόμα και πετρέλαιο”
“Η ανάμειξή της στην πολιτική, μας την στέρησε από την ψυχιατρική έρευνα στην οποία ήταν άριστη”
“Απαγγέλθηκαν κατηγορίες, αλλά εγώ τον ξέρω καλά τον άνθρωπο και πιστεύω ότι δεν έχει καμία ανάμειξη σε αυτή τη βρώμικη υπόθεση”
“Ολα ξεκίνησαν με την ανάμειξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ στα εσωτερικά της Ουκρανίας, θεωρούν οι Ρώσοι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free