ανάμιξη
Ορισμοί
- το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μίγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό
- η ενασχόληση με κάτι που υπονοείται ότι δεν είναι θετικό γενικά ή που δεν είναι θετικό για μια συγκεκριμένη περίπτωση
- η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις, σε υποθέσεις που νομότυπα και ηθικά δεν έχει κάποιος λόγο επειδή αφορούν άλλη οικογένεια, άλλο έθνος, άλλο τομέα
Ισοδύναμα
Españolinterferencia
23 more languages
Bosanskikarma
Suomiblandausmeleeraaminenmiksaaminenmiksaussekoittaminensekoittelusekoittuminenseostaminenseostussotkeminen
Hrvatskikarma
Bahasa Indonesiapembauran
Italianoconsoleinframmettenzaingerenzainterferenzaintromissioneintrusionemanipolazionemescolamentomiscelazionemissaggiomixaggio
한국어비빔
Portuguêsinterferência
Српскиkarma
Svenskablandning
中文干涉
繁體中文干涉
Παραδείγματα
“η ανάμιξη λαδιών τα νοθεύει κι εσύ νομίζεις ότι παίρνεις ελαιόλαδο αλλά αυτοί είναι ικανοί να έχουν βάλει μέσα ακόμα και πετρέλαιο”
“Η ανάμιξή της στην πολιτική, μας την στέρησε από την ψυχιατρική έρευνα στην οποία ήταν άριστη”
“Απαγγέλθηκαν κατηγορίες, αλλά εγώ τον ξέρω καλά τον άνθρωπο και πιστεύω ότι δεν έχει καμία ανάμιξη σε αυτή τη βρώμικη υπόθεση”
“Ολα ξεκίνησαν με την ανάμιξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ στα εσωτερικά της Ουκρανίας, θεωρούν οι Ρώσοι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free