ανακάτωμα
Ορισμοί
- ανάμιξη γιά σκόπιμη σύγχυση, ώστε κάτι να μην είναι σε προβλέψιμη θέση
- ανάμιξη ξένων στοιχείων
- ανάδευση, η κίνηση που κάνουμε με την κουτάλα όταν μαγειρεύουμε ένα φαγητό για να αναμιχθούν καλύτερα τα τρόφιμα μέσα στην κατσαρόλα
- μπέρδεμα, συμφυρμός
- η τάση για εμετό, η ναυτία, η ανάγκη κένωσης του στομάχου, η αναγούλα
- η οργανική ή συναισθηματική απέχθεια, η αηδία, η σιχαμάρα
- η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις και η πρόκληση δυσάρεστων συνεπειών
Ισοδύναμα
27 more languages
Danskforveksle
Deutschaufwühlendbewegenddurcheinander bringendurcheinanderbringenergreifendKontaminationmitreißendVerblendungVermischungVersetzenverwechselnVerwechslung
Esperantotaŭzi
Suomiblandaushämmästyttäminenhämmentäminenhuonovointisuuslaahustaminenliikahtelumeleeraaminenmiksaaminenmiksausmussukkasekaantumasekoittaminensekoittelusekoittuminenseostaminenseostussotkeasotkeminen
Gaeilgecorraitheach
Bahasa Indonesiapembauran
Italianoconsoledrammaticoemozionantemescolamentomiscelazionemissaggiomixaggioscambiaresciabordiostuzzicantetaglio
Kurdîrevolver
Polskiczochraćmieszaniemylićnudnościpobudzającypoczochraćrozczochraćrozwichrzaćrozwichrzyćzaczątekzaczynzmierzwiaćzmierzwić
Русскийблендингвмешиватьволнующийкашакомпаундированиепереполохпопутатьпутатьсмешиватьспутатьша́рканьешевелящий
Українськавінегрет
Tiếng Việtnao nức
Παραδείγματα
“ανακάτωμα στο στομάχι”
nausea, queasiness
“Τέτοιο ανακάτωμα σε τράπουλα μόνο γκρουπιέρη και χαρτοκλέφτη έχω δει να κάνουν. Ξέρω ότι δεν είσαι γκρουπιέρης.”
“Χρειάζεται γερό ανακάτωμα για να διαλυθεί καλά η μπογιά μέσα στο νερό προτού βάψουμε”
“Βαριέμαι το ανακάτωμα, αλλά αν δεν το κάνω οι άτιμες οι χυλοπίτες πάντα κολλάνε στον πάτο”
“Τα έχω κάνει τώρα όλα σαλάτα στο μυαλό μου. Πω ρε ανακάτωμα! Ας το ξανακοιτάξω αύριο”
“Νιώθω ένα ανακάτωμα. Τι στην ευχή έβαλες στο φαγητό ρε γυναίκα;”
“Οταν βλέπω να καθαρίζουν τη μύτη τους στο δρόμο μου έρχεται ανακάτωμα”
“Αμα κοίταζες τη δουλειά σου και όχι τα σούρτα-φέρτα της κουνιάδας σου δεν θα είχαμε τώρα ανακατώματα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free