HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σκόρδο

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
ˈskoɾ.ðo

Ορισμοί

  1. φυτό του γένους Allium, με βολβοειδή ρίζα, που έχει έντονη μυρωδιά και χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική (επιστημονική ονομασία:Allium sativum)
  2. o βολβός του φυτού αυτού που χρησιμοποιείται στη μαγειρική για την έντονη μυρωδιά του και τη χαρακτηριστική του καυστική γεύση

Ισοδύναμα

Englishgarlic
Españolajo
Françaisail
19 more languages
Azərbaycan dilisarımsaq
Българскичесън
DeutschKnoblauch
Galegoallo
Magyarfokhagyma
Italianoaglio
日本語
Nederlandsknoflook
Portuguêsalho
Românăusturoi
Русскийчеснок
Slovenčinacesnak
Српскибели лук
Svenskavitlök
Türkçesarımsak

Παραδείγματα

“Πρόσθεσε λίγο σκόρδο για να αρωματίσεις τη σάλτσα.”

Add a little garlic to flavor the sauce.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκόρδο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free