Meaning of μιζέρια | Babel Free
/miˈzeɾ.ʝa/Ορισμοί
- ανέχεια, φτώχεια
- απαισιοδοξία, γκρίνια
- τσιγκουνιά
- είδος χαρτοπαίγνιου, στο οποίο νικά κάποιος με το χειρότερο φύλλο
Παραδείγματα
“※ Τα χρόνια εκείνα, που γίνονται τούτα που γράφω, οι άνθρωποι με όλες τους τις μιζέριες ζούσαν ξένοιαστοι, μ' ένα τρόπο. (Ασημάκης Πανσέληνος (1974). Τότε που ζούσαμε [αναμνήσεις])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.