Σημασία του ζήλια | Babel Free
ˈzi.ʎaΟρισμοί
- το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί να αποκτήσει τα αντικείμενα ή τα χαρίσματα ή τις κοινωνικές συναναστροφές ενός άλλου προσώπου και το ανταγωνίζεται, θεωρώντας ότι τα αντίστοιχα δικά του είναι υποδεέστερα
- γυναικείο όνομα
- το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί την αποκλειστικότητα της αγάπης ενός αγαπημένου προσώπου ή φοβάται ότι θα την χάσει
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Ζήλιας)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, να σχολιάζουν τις βυζάρες της άξεστοι χωριάτες, να τρώει αηδίες στις ταβέρνες και ν' ανέχεται τη ζήλια των συναδέλφων της. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free