αετός
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- αρπακτικό πουλί
-
έξυπνος και πολυμήχανος άνθρωπος figuratively
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- μεγάλο σαλάχι που ανήκει στην οικογένεια των Μυλιοβατιδών
- ο χαρταετός
Ισοδύναμα
58 more languages
Afrikaansarend
Azərbaycan diliqartal
Беларускаяарол
Българскиорел
Cymraegeryr
Esperantoaglo
Eestikotkas
Euskaraarrano
Suomikotka
Gaeilgeiolar
Gàidhligiolair
Galegoaguia
हिन्दीगरुड़
Magyarsas
Հայերենարծիվ
Bahasa Indonesiaelang
Íslenskaörn
Italianoaquila
ქართულიარწივი
Қазақ тілібүркіт
ಕನ್ನಡಗರುಡ
Kurdîkite
Latinaaquila
Latviešuērglis
Македонскиорел
Монголбүргэд
Bahasa Melayuhelang
Maltiajkla
Русскийорёл
Slovenčinaorol
Slovenščinaorel
Türkmençebürgüt
Türkçekartal
Українськаорел
Tiếng Việtchim đại bàng
中文天鷹座
Παραδείγματα
“see: έξυπνος (éxypnos, “intelligent”)”
“usually in the form αϊτός (aïtós)”
“συντομογραφία: Aql”
“※ Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίνονταν έτοιμα να πετάξουν, σαν να ήταν ζωντανά (Χρύσα Σπυροπούλου, Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, εκδόσεις Καστανιώτη, 2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free