ευαισθησία
Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ευαίσθητος σε κάποιον τομέα ή θέματα, να τα γνωρίζει σε βάθος και να ασχολείται περισσότερο μ’ αυτά
- η ικανότητα κάποιου να αισθάνεται εξωτερικά ερεθίσματα ή επιδράσεις
- η ικανότητα ενός επιστημονικού οργάνου να καταγράφει με ακρίβεια και διαβάθμιση κάποιους (εξωτερικούς) παράγοντες
Ισοδύναμα
Españolsensibilidad
28 more languages
Catalàsensibilitat
Danskfølsomhed
DeutschÄsthesieEmpfindlichkeitEmpfindsamkeitEmpfindungsvermögenFeinfühligkeitSensibilitätSensitivitätZartgefühl
Suomiaistimellisuusaistimiskykyarkaluonteisuusherkkyysjärjellisyyssäällisyyssensibiliteettitunnekykytunteet
Gaeilgeíogaireacht
Gàidhligmothachadh
Galegosensibilidade
हिन्दीसंवेदनशीलता
Magyarérzékenység
日本語感性
Latinasensibilitas
Românăsensibilitate
ไทยความไว
Türkçehassasiyet
Українськачутливість
Παραδείγματα
“Λογική και ευαισθησία”
Sense and Sensibility
“※ Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free