Meaning of μπαμπάς | Babel Free
/baˈbas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο πατέρας, άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει diminutive, familiar
- είδος γλυκίσματος, το σαβαρέν
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.