HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δουλειά | Babel Free

Noun feminine CEFR A1 Common
/ðuˈʎa/

Ορισμοί

  1. η κατάσταση του δούλου, η υποδούλωση, σκλαβιά
  2. η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία
  3. η εργασία, το επάγγελμα
  4. η εξάρτηση, η υποταγή
  5. η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο) στον οποίο κάποιος εργάζεται
  6. εμπράγματο δικαίωμα για τη χρήση ξένης όμορης ιδιοκτησίας
  7. πληθυντικός η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία
  8. το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας
  9. η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του.”
“Τι δουλειά κάνεις;”
“Πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο.”
“Η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς.”
“Ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά.”
“Τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δουλειά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course