Σημασία του δουλειά | Babel Free
ðuˈʎaΟρισμοί
- η κατάσταση του δούλου, η υποδούλωση, σκλαβιά
- η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία
- η εργασία, το επάγγελμα
- η εξάρτηση, η υποταγή
- η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο) στον οποίο κάποιος εργάζεται
- εμπράγματο δικαίωμα για τη χρήση ξένης όμορης ιδιοκτησίας
- πληθυντικός η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία
- το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας
- η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του.”
“Τι δουλειά κάνεις;”
“Πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο.”
“Η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς.”
“Ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά.”
“Τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free