Meaning of υποδούλωση | Babel Free
/i.poˈðu.lo.si/Ορισμοί
- η στέρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ενός λαού ή ενός ατόμου, που έχει περιέλθει στην άμεση εξουσία και δικαιοδοσία κάποιου άλλου
-
η ολοκληρωτική υποταγή σε κάποιο πάθος με την ταυτόχρονη απουσία ενεργητικής αντίδρασης figuratively
Ισοδύναμα
English
Enslavement
Παραδείγματα
“η υποδούλωση των Eλλήνων στους Tούρκους”
“η υποδούλωση στο αλκοόλ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.