Σημασία του ώρες | Babel Free
ˈo.ɾesΟρισμοί
- θεότητες, η Θαλλώ, η Αυξώ και η Καρπώ, κόρες του Δία και της Θέμιδας, αδελφές των Μοιρών και ρυθμιστικές των εποχών. Ο Ησίοδος αναφέρει ως Ώρες, την Ευνομία, τη Δίκη και την Ειρήνη, ως ρυθμιστικές της κοινωνικής ζωής. Στο Άργος αναφέρονται δύο Ώρες (για δύο εποχές) η Δαμία και η Αυξησία.
- με κεφαλαίο (δείτε Ώρες)
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ώρα accusative, nominative, plural, vocative
- δώδεκα μυθολογικές θεότητες (Αυγή, Γυμναστική, Άρκτος και άλλες) υπεύθυνες η κάθε μία για την αντίστοιχη (τότε) υποδιαίρεση των ωρών της ημέρας
- με πεζό οι εποχές στην αρχαιότητα
- εκκλησιαστικός όρος για ακολουθίες
- τίτλος αγγλικής ταινίας του 2002, βραβευμένη με Όσκαρ
Ισοδύναμα
Español
horas
हिन्दी
समय
한국어
시간
Παραδείγματα
“έψαλλαν τις 'Ωρες του μεσονυκτίου”
“«Η ταινία Οι Ώρες» (The Hours) αφηγείται τη ζωή τής Βιρτζίνια Γουλφ και δύο άλλων γυναικών.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free