Meaning of μέρος | Babel Free
/ˈmeɾos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο
- ο τόπος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
-
το αποχωρητήριο, το WC familiar
Παραδείγματα
“Το αγγλικό Βικιλεξικό αποτελεί μέρος ενός πολυεθνικού διαδικτυακού εγχειρήματος.”
English Wiktionary is part of an online multinational project.
“Σ’ αυτό το μέρος είναι κρυμμένος ένας θησαυρός.”
There's treasure hidden at this place.
“Το τρίτο μέρος της συμφωνίας.”
The third movement of the symphony.
“Τα ενδιαφερόμενα μέρη κατέληξαν σε συμβιβαστική λύση.”
The interested parties reached a compromise.
“πάω στο μέρος”
to go to the loo
“Το ελληνικό βικιλεξικό αποτελεί μέρος ενός πολυεθνικού διαδικτυακού εγχειρήματος για ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση.”
“Σ' αυτό το μέρος είναι κρυμμένος ένας θησαυρός.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.