Meaning of έχω | Babel Free
/ˈexo/Ορισμοί
- κρατώ μαζί μου ή πάνω μου
- κατέχω κάτι, είμαι ιδιοκτήτης
- διατηρώ συγγενική / φιλική / ερωτική σχέση
- αισθάνομαι / συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά
- υποφέρω από κάτι
- οφείλω, πρέπει να κάνω κάτι
- βοηθητικό ρήμα στους σύνθετους χρόνους
Παραδείγματα
“Έχω αυτοκίνητο”
I have a car
“Έχω πονοκέφαλο”
I have a headache
“Μήπως έχεις ένα στυλό;”
Do you have a pen?
“Έχω άδεια διαμονής”
I hold/have a residence permit
“Έχω άδεια οδήγησης”
I hold/have a driver's license
“Έχει κρύο σήμερα.”
It is cold today.
“Τι έχεις; Γιατί κλαις;”
What's [wrong] with you? Why are you crying?
“έχω διαβάσει”
I have read
“έχω αυτοκίνητο / σπίτι”
“δεν έχει οικογένεια”
“Τι έχεις και δε μας μιλάς;”
“Τις τελευταίες μέρες έχει πολλά νεύρα.”
“έχω πονοκέφαλο”
“έχει άσθμα”
“Έχω δουλειά τώρα, δεν μπορώ.”
“έχω διαβάσει (παρακείμενος)”
“είχες πει (υπερσυντέλικος)”
“θα έχει χιονίσει (συντελεσμένος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.