HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← έχω — definición

Conjugation of έχω

Regular CEFR A1
/ˈexo/

αισθάνομαι / συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ έχω
εσύ έχεις
αυτός / αυτή / αυτό έχει
εμείς έχουμε
εσείς έχετε
αυτοί / αυτές / αυτά έχουν
Παρατατικός
εγώ είχα
εσύ είχες
αυτός / αυτή / αυτό είχε
εμείς είχαμε
εσείς είχατε
αυτοί / αυτές / αυτά είχαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα έχω
εσύ θα έχεις
αυτός / αυτή / αυτό θα έχει
εμείς θα έχουμε
εσείς θα έχετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα έχουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έχε
εσείς έχετε

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary