HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χέρια

Ουσιαστικό CEFR A1 Common
çeɾˈʝa

Ορισμοί

  1. μια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέρι
  3. τρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών
  4. τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα
  5. ξυλιά
    idiomatic

Ισοδύναμα

23 more languages
Cymraegdyrnfedd
Gàidhliglàn cròige
עבריתחופןטפח
日本語
Latinapugillum
Nederlandshandvol
Polskigarść
Portuguêspunhado
Русскийпригоршня
Српскиnampivopreša
తెలుగుగుప్పెడు
Türkçeavuç dolusu
Українськажменя
Tiếng Việtnăm

Παραδείγματα

“Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)”
“Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χέρια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free