HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χέρια | Babel Free

Noun CEFR A1 Common
/çeɾˈʝa/

Ορισμοί

  1. μια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέρι
  3. τρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών
  4. τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα
  5. ξυλιά
    idiomatic

Παραδείγματα

“Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)”
“Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χέρια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course