HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ομάδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A1 Common
oˈma.ða

Ορισμοί

  1. σύνολο μερικών ατόμων που βρίσκονται συναθροισμένοι
  2. σύνολο ατόμων που έχουν κάποιο κοινό σκοπό
  3. σύνολο αθλητών που συμμετέχουν σε ομαδικό παιχνίδι αντιμετωπίζοντας έναν αντίπαλο
    especially
  4. σύνολο ομοειδών χημικών στοιχείων
  5. τύπος αίματος

Ισοδύναμα

21 more languages

Παραδείγματα

“Η ομάδα μας έχασε στον ημιτελικό.”

Our team lost in the semifinal.

“Η ομάδα μας νίκησε!”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ομάδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free