Σημασία του μητέρα | Babel Free
miˈteraΟρισμοί
- γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
- γυναικείο όνομα
- συνήθης χαρακτηρισμός της πεθεράς από τον γαμπρό ή τη νύφη της
-
γυναίκα ή φορέας ή ιδέα που βοηθά στη γέννηση ιδεών ή πραγμάτων ή που φροντίζει κάποιους ως μητέρα χωρίς να είναι συγγενής ή ούτε καν πρόσωπο figuratively
-
αυτός ή αυτή που αποτελεί τον πρώτο του είδους του ή βοηθά στη γέννηση ιδεών, προσώπων, πραγμάτων figuratively
- αυτός ή αυτή που αποτελεί χαρακτηριστικό ή πολύ έντονο δείγμα ενός συνόλου
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η μητέρα του μαθητή”
the student's mother
“η μητέρα των κοινοβουλίων”
the mother of parliaments
“Ήταν μητέρα των μαχών.”
It was the mother of battles.
“η μητέρα του μαθητή, βιολογική μητέρα, θετή μητέρα”
“-Μητέρα, θα ήθελα να πάψετε επιτέλους να αναμιγνύεστε τόσο πολύ.”
“μητέρα των ορφανών του εμφυλίου ήταν η UNICEF”
“η μητέρα πατρίδα, η μητέρα φύση”
“η πρωτοινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα”
“μητέρα του θεάτρου θεωρείται η αρχαία τραγωδία”
“η μητέρα της μάθησης είναι η επανάληψη”
“μητέρα των μαχών (πολύ μεγάλη μάχη, συγκλονιστική, κρίσιμη)”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free