Meaning of μόλις | Babel Free
/ˈmo.lis/Ορισμοί
-
ελάχιστη ώρα πριν adverb
-
την ίδια στιγμή adverb
-
για κάτι που έγινε σχετικά πρόσφατα adverb
-
ελάχιστα, σχεδόν καθόλου, με μεγάλη δυσκολία adverb
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η παράσταση μόλις είχε ξεκινήσει.”
“Η παράσταση μόλις ξεκινούσε.”
“Η παράσταση ξεκίνησε μόλις πριν ένα λεπτό.”
“Μόλις δυο χρόνια γνωρίζονται.”
“μόλις που ακούγεται”
“μόλις που πρόλαβα να τον δω”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.