HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του μόνιμα | Babel Free

Επίρρημα CEFR C1 Standard
ˈmo.ni.ma

Ορισμοί

  1. διαρκώς, συνεχώς, εν πάση περιπτώσει, αμετάβλητα
  2. μια για πάντα, οριστικά· λέγεται για κάτι που πρόκειται να διαρκέσει, για μια κατάσταση που αναμένεται να είναι σταθερή

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Είναι μόνιμα κατσουφιασμένος. Δεν αλλάζει ποτέ η διάθεσή του.”
“Ζει μόνιμα στην Αθήνα.”
“Εγκατασταθήκαμε μόνιμα στο νέο μας σπίτι.”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μόνιμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free