Meaning of μόνιμα | Babel Free
/ˈmo.ni.ma/Ορισμοί
- διαρκώς, συνεχώς, εν πάση περιπτώσει, αμετάβλητα
- μια για πάντα, οριστικά· λέγεται για κάτι που πρόκειται να διαρκέσει, για μια κατάσταση που αναμένεται να είναι σταθερή
Παραδείγματα
“Είναι μόνιμα κατσουφιασμένος. Δεν αλλάζει ποτέ η διάθεσή του.”
“Ζει μόνιμα στην Αθήνα.”
“Εγκατασταθήκαμε μόνιμα στο νέο μας σπίτι.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.