HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

όπλο

Ουσιαστικό CEFR A1 Common
ˈoplo

Ορισμοί

  1. καθετί που χρησιμεύει για την άμυνα ή την επίθεση
  2. ο στρατός
  3. στρατιωτικό μάχιμο σώμα
  4. εφόδιο για επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“Ο στρατιώτης κρατούσε το όπλο του.”

The soldier held his weapon.

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη όπλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free