αίμα
Ορισμοί
- το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων (στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρδιάς, των αρτηριών και των φλεβών κι εξυπηρετεί πλήθος ζωτικών λειτουργιών, κυρίως την οξυγόνωση του εγκεφάλου και τη μεταφορά ουσιών
-
αίματα: μεγάλη ποσότητα αίματος plural
-
η ανθρώπινη ζωή figuratively
- η στενή βιολογική συγγένεια και ο συγγενής
- η βιολογική φύση, η κληρονομικότητα, η φυσική ροπή, στην οποία αποδίδονται κάποια χαρακτηριστικά ή ιδιότητες
-
ο βίαιος θάνατος, το φονικό, το μακελειό figuratively
-
ο υπερβολικός κόπος και μόχθος figuratively
- οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται σε ένα έθνος ή μια φυλή, η καταγωγή
Ισοδύναμα
57 more languages
Afrikaansbloed
العربيةدم
Azərbaycan diliqan
Българскикръв
Catalàsang
Cymraeggwaed
Danskblod
Esperantosango
Eestiveri
Euskaraodol
فارسیخون
Suomiveri
Gaeilgefuil
Gàidhligfuil
עבריתדם
Bahasa Indonesiadarah
Íslenskablóð
ქართულისისხლი
한국어혈액
Kurdîxwîn
LëtzebuergeschBlutt
Lietuviųkraujas
Latviešuasinis
Македонскикрв
Bahasa Melayudarah
Maltidemm
Nederlandsbloed
پښتووينه
Portuguêssangue
Românăsânge
Slovenčinakrv
Slovenščinakri
Shqipgjaku
Kiswahilidamu
தமிழ்குருதி
ไทยเลือด
Tagalogdugo
Türkçekan
中文血液
繁體中文血液
isiZuluigazi
Παραδείγματα
“έδωσε το αίμα του για την πατρίδα”
“έχουμε το ίδιο αίμα”
“είσαι αίμα μου”
“το 'χει στο αίμα του”
“είναι στο αίμα του να σκοτώνει”
“διψάει για αίμα”
“το έχτισα με το αίμα μου”
“ελληνικό αίμα”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free