Σημασία του αίμα | Babel Free
ˈe.maΟρισμοί
- το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων (στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρδιάς, των αρτηριών και των φλεβών κι εξυπηρετεί πλήθος ζωτικών λειτουργιών, κυρίως την οξυγόνωση του εγκεφάλου και τη μεταφορά ουσιών
-
αίματα: μεγάλη ποσότητα αίματος plural
-
η ανθρώπινη ζωή figuratively
- η στενή βιολογική συγγένεια και ο συγγενής
- η βιολογική φύση, η κληρονομικότητα, η φυσική ροπή, στην οποία αποδίδονται κάποια χαρακτηριστικά ή ιδιότητες
-
ο βίαιος θάνατος, το φονικό, το μακελειό figuratively
-
ο υπερβολικός κόπος και μόχθος figuratively
- οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται σε ένα έθνος ή μια φυλή, η καταγωγή
Ισοδύναμα
Afrikaans
bloed
Azərbaycanca
qan
Български
кръв
Català
sang
Cymraeg
gwaed
Dansk
blod
Esperanto
sango
Eesti
veri
Euskara
odol
فارسی
خون
Suomi
veri
Gàidhlig
fuil
עברית
דם
Bahasa Indonesia
darah
Íslenska
blóð
Italiano
carnale
emocromo
insanguinato
insanguinato
sangue
sanguigna
sanguigna
sanguigne
sanguigne
sanguigni
sanguigno
sanguigno
ქართული
სისხლი
한국어
혈액
Kurdî
xwîn
Lëtzebuergesch
Blutt
Lietuvių
kraujas
Latviešu
asinis
Македонски
крв
Bahasa Melayu
darah
Malti
demm
پښتو
وينه
Português
sangue
Română
sânge
Slovenčina
krv
Shqip
gjaku
Kiswahili
damu
தமிழ்
குருதி
ไทย
เลือด
Tagalog
dugo
Türkçe
kan
中文
血液
ZH-TW
血液
IsiZulu
igazi
Παραδείγματα
“έδωσε το αίμα του για την πατρίδα”
“έχουμε το ίδιο αίμα”
“είσαι αίμα μου”
“το 'χει στο αίμα του”
“είναι στο αίμα του να σκοτώνει”
“διψάει για αίμα”
“το έχτισα με το αίμα μου”
“ελληνικό αίμα”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free