Meaning of αίμα | Babel Free
/ˈe.ma/Ορισμοί
- το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων (στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρδιάς, των αρτηριών και των φλεβών κι εξυπηρετεί πλήθος ζωτικών λειτουργιών, κυρίως την οξυγόνωση του εγκεφάλου και τη μεταφορά ουσιών
-
αίματα: μεγάλη ποσότητα αίματος plural
-
η ανθρώπινη ζωή figuratively
- η στενή βιολογική συγγένεια και ο συγγενής
- η βιολογική φύση, η κληρονομικότητα, η φυσική ροπή, στην οποία αποδίδονται κάποια χαρακτηριστικά ή ιδιότητες
-
ο βίαιος θάνατος, το φονικό, το μακελειό figuratively
-
ο υπερβολικός κόπος και μόχθος figuratively
- οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται σε ένα έθνος ή μια φυλή, η καταγωγή
Ισοδύναμα
English
blood
Παραδείγματα
“έδωσε το αίμα του για την πατρίδα”
“έχουμε το ίδιο αίμα”
“είσαι αίμα μου”
“το 'χει στο αίμα του”
“είναι στο αίμα του να σκοτώνει”
“διψάει για αίμα”
“το έχτισα με το αίμα μου”
“ελληνικό αίμα”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.