Meaning of όνομα | Babel Free
/ˈo.no.ma/Ορισμοί
- η λέξη με την οποία αποκαλείται ένας άνθρωπος, ή ζώο ή ένας τόπος
-
η καλή ή κακή φήμη figuratively
- όρος που περιλαμβάνει τα ουσιαστικά και τα επίθετα
- το αναγνωριστικό, λέξη με την οποία ταυτοποιείται μία οντότητα (εντολή, μεταβλητή, συνάρτηση, κλπ) σε μια γλώσσα προγραμματισμού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το όνομά μου είναι Σαμ.”
My name is Sam.
“το καλό όνομα της εταιρείας”
the company's good name
“(γενικότερα) το ονοματεπώνυμο”
“Έχει βγάλει κακό όνομα.”
“Του βγήκε τ' όνομα.”
“μέρος λόγου: όνομα ουσιαστικό (κύριο ή προσηγορικό), μέρος λόγου: όνομα επίθετο”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.