ουσιαστικό
Ορισμοί
κλιτή λέξη που φανερώνει πρόσωπο, ζώο, πράγμα, αφηρημένη έννοια, ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα
Ισοδύναμα
33 more languages
Azərbaycan dilidolğun
Българскинезависим
Ελληνικάόνομα
Esperantosubstantivo
Gaeilgeábhartha
עבריתשם עצם
Հայերենբովանդակային
日本語名詞
한국어명사
Kurdîisim
Latinasubstantivum
Tiếng Việtdanh từ
中文名詞
繁體中文名詞
Παραδείγματα
“παραδειγματα ουσιαστικών”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free