γραφείο
Ορισμοί
- έπιπλο κατάλληλο για να γράψει κανείς
- δωμάτιο σε σπίτι, διαμορφωμένο και επιπλωμένο ως χώρος μελέτης
- χώρος σε εταιρεία ή υπηρεσία που στεγάζει τις δραστηριότητες ενός υπαλλήλου ή στελέχους
- υπηρεσία ή κατάστημα που προσφέρει συγκεκριμένες υπηρεσίες
- χώρος που χρησιμοποιεί ένας πολιτικός για να έρχεται σε επαφή με το κοινό
- συλλογικό όργανο λήψης αποφάσεων σε πολιτικό κόμμα
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةمَحَطَّة عَمَل
Catalàestació de treball
Esperantokontoro
Gaeilgestáisiún oibre
Galegoescritorio
Հայերենգրասեղան
Latinascriptorium
ไทยสถานีงาน
Tiếng Việtbàn giấy
中文桌子
繁體中文桌子
Παραδείγματα
“γραφείο ευρέσεως εργασίας”
“γραφείο κηδειών”
“δικηγορικό γραφείο”
“οι βουλευτές παίρνουν επίδομα για τα έξοδα του πολιτικού γραφείου τους”
“το Πολιτικό Γραφείο του ΠΑΣΟΚ”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free