Meaning of ταμείο | Babel Free
/ta.ˈmi.o/Ορισμοί
- συρτάρι ή κουτί (με ειδική διαρρύθμιση), όπου φυλάγονται τα χρήματα από τις εισπράξεις
-
τα χρήματα που υπάρχουν στο ταμείο ή που φυλάσσει ο ταμίας figuratively
- ειδικό γκισέ, θυρίδα ή γραφείο, όπου γίνονται οικονομικές συναλλαγές
- δημόσια υπηρεσία που έχει σαν αρμοδιότητα την είσπραξη χρημάτων
- οργανισμός ασφάλισης εργαζομένων
-
άνθρωπος ή οργανισμός που μαζεύει κάτι υλικό ή πνευματικό, που αποθησαυρίζει figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το 'σκασε με το ταμείο· έκαναν φτερά όλα τα λεφτά, μέχρι την τελευταία δεκάρα.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.