Meaning of ταμίας | Babel Free
/taˈmi.as/Ορισμοί
- το πρόσωπο που κρατά ή διευθύνει το ταμείο, διενεργώντας εισπράξεις και πληρωμές
- ανδρικό επώνυμο
- ο έμμισθος υπάλληλος που ασχολείται με την οικονομική διαχείριση μιας εταιρείας, ενός οργανισμού, ενός ιδρύματος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.