Meaning of ελεγκτής | Babel Free
/e.leŋˈɡtis/Ορισμοί
- εργαζόμενος με αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει είτε την σύννομη λειτουργία ενός συστήματος είτε λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ
- πρόσωπο που έχει ως αποστολή τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την ομαλή λειτουργία ενός συστήματος
- ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιβλέπει και ρυθμίζει τη λειτουργία ενός υποσυστήματος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“τελωνειακός ελεγκτής”
customs inspector
“ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας”
air traffic controller
“※ ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας”
“※ ελεγκτής μνήμης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.