HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ελεγκτής | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/e.leŋˈɡtis/

Ορισμοί

  1. εργαζόμενος με αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει είτε την σύννομη λειτουργία ενός συστήματος είτε λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ
  2. πρόσωπο που έχει ως αποστολή τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την ομαλή λειτουργία ενός συστήματος
  3. ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιβλέπει και ρυθμίζει τη λειτουργία ενός υποσυστήματος

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“τελωνειακός ελεγκτής”

customs inspector

“ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας”

air traffic controller

“※ ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας”
“※ ελεγκτής μνήμης”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ελεγκτής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course