ελεγκτής
Ορισμοί
- εργαζόμενος με αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει είτε την σύννομη λειτουργία ενός συστήματος είτε λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ
- πρόσωπο που έχει ως αποστολή τον έλεγχο, τη ρύθμιση και την ομαλή λειτουργία ενός συστήματος
- ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιβλέπει και ρυθμίζει τη λειτουργία ενός υποσυστήματος
Ισοδύναμα
35 more languages
Българскиревизор
Bosanskiинспектор
Češtinaauditor
Danskrevisor
Esperantoaŭskultanto
Gaeilgereachtaire
Galegopeón
Hrvatskiинспектор
Íslenskaendurskoðandi
ქართულიაუდიტორი
한국어감사역
Kurdîdam
Latinaauditor
Latviešukauliņš
Македонскиревизор
Bahasa Melayujuruaudit
Portuguêsauditor
Српскиинспектор
Svenskarevisor
Kiswahilimkaguzi
ไทยผู้สอบบัญชี
Tagalogtagasuri
Türkçedenetçi
Παραδείγματα
“τελωνειακός ελεγκτής”
customs inspector
“ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας”
air traffic controller
“※ ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας”
“※ ελεγκτής μνήμης”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free