Meaning of συμβαίνει | Babel Free
/siɱˈve.ni/Ορισμοί
- γίνεται (για ένα γεγονός, πράξη, συμβάν, περιστατικό) απροσδόκητο ή συμπτωματικό
- συχνά για δυσάρεστα γεγονότα που ο άνθρωπος αποδίδει στην "κακιά στιγμή", στη μοίρα, στον Θεό, για τα οποία δε θέλει ή δεν μπορεί ή δε συνηθίζει να καταλογίζει ευθύνη στο άτομο
- ουδέτερη χρήση για ενημέρωση
-
: συνέπεσε, έτυχε impersonal
Παραδείγματα
“Συνέβη στην Αθήνα.”
It happened in Athens.
“Δηλαδή πες τα μου απ' την αρχή, πώς ακριβώς συνέβη;”
“Τι συμβαίνει εδώ; (τι δεν πάει καλά, τι πάει στραβά ή πάντως με τον υπαινιγμό ότι κάτι δε γίνεται όπως θα έπρεπε)”
“Πιστεύουμε ότι αυτά συμβαίνουν πάντα στους άλλους, όμως...”
“Μην ανοίγεις την τηλεόραση να πιείς τη μπυρίτσα σου βλέποντας το ματς λες και δεν συνέβη τίποτα”
“Το δυστύχημα συνέβη στο διάζωμα...”
“-Μα πώς το έκανες αυτό βρ' αδερφέ; Με την κουνιάδα σου; Χάθηκαν οι γυναίκες; -Τι να σου πω... Συνέβη”
“Τι συμβαίνει στα πέριξ; (τι νέα, τι χαμπάρια, για ενημερώστε με τι τρέχει)”
“Συνέβη να είμαι εκτάκτως στη δουλειά την Κυριακή όταν πέρασε από το σπίτι κι έτσι δεν τα είπαμε”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.