Meaning of τρόπος | Babel Free
/ˈtɾo.pos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το σύστημα, η μέθοδος, το πώς γίνεται κάτι
-
φέρσιμο, διαγωγή (συνήθως στον πληθυντικό) figuratively
-
οι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας, με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους, στους οποίους κινείται μία μελωδία no-gloss
- ≈ συνώνυμα: ἦχος
- για τη διαδοχική διάταξη των φθόγγων
Παραδείγματα
“καλοί τρόποι”
good manners
“Μα τι τρόπος είναι αυτός! να φέρεσαι πιο ευγενικά!”
“※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.