Meaning of φορά | Babel Free
/ˈfoɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η ξεχωριστή περίπτωση, περίσταση ή περίοδος
- η ορμή, η απόκτηση ταχύτητας, η κεκτημένη ταχύτητα
-
πληθυντικός της λέξης φόρουμ (δηλαδή "τα φόρα") familiar
- η κατεύθυνση, η διεύθυνση
- χρησιμοποιείται στον πολλαπλασιασμό αντί του επί
- κάποτε, σε εκφράσεις με το ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο, με τάσεις αναπόλησης
- αντί της λέξης φόρα (ορμή, απόκτηση ταχύτητας) σε αθλητικούς όρους
Παραδείγματα
“την πρώτη φορά”
the first time
“πέντε φορές”
five times
“Το τραίνο αρχίζει να παίρνει φόρα.”
The train begins to gather speed.
“Αυτή με την φόρα που έχει, θα φτάσει πολύ ψηλά.”
With the pace she has, she'll go far.
“παίρνω φόρα”
to gather speed, (figuratively) to become bold, cheeky, cocky
“Μην παίρνεις φόρα επειδή πέτυχες σ’ αυτή την εξέταση· έχεις πολύ δρόμο ακόμα.”
Don't be too cocky for having passed that exam; you still have a long way to go.
“βγάζω τ’ άπλυτα στη φόρα (vgázo t’ áplyta sti fóra, “air one's dirty laundry in public”)”
“Όλες οι απάτες του θα βγούνε στη φόρα.”
All of his scams will become public.
“Σου το είπα μια φορά, φτάνει· δε θα σου το πω και δεύτερη.”
“Σήμερα πήγα τρεις φορές στην εφορία.”
“Ορθή αναφορά ονομάζεται, στη φυσική, οποιαδήποτε κυκλική κίνηση αντίθετης φοράς προς εκείνην των δεικτών του ωρολογίου.”
“η φορά των πραγμάτων, μας οδηγεί δυστυχώς... (έτσι όπως εξελίσσονται, κατά εκεί που πάνε οι καταστάσεις..)”
“πέντε φορές το δέκα αντί για 5 Χ 10 ή 5 επί δέκα”
“μια φορά μ' αγαπούσες”
“άλμα άνευ φοράς”
“※ Του έκανα νόημα να μαζευτεί, μην τον πάρουν πρέφα και γίνει το σύστριγγλο , αλλά αυτός είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε με τίποτα. (Το κορίτσι του διπλανού portal κυκλοφορεί και απορεί, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“Έπεσε με φόρα επάνω του”
“Μίλησε μεγάλο, στα 3 του χρόνια, αλλά πήρε φόρα και από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα”
“Είναι θρασύς, πρέπει να του κόψεις τη φόρα”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.