Meaning of φοράδα | Babel Free
/foˈɾa.ða/Ορισμοί
- θηλυκό άλογο
- γυναικείο επώνυμο
-
μεγαλόσωμη και άγαρμπη γυναίκα figuratively
Ισοδύναμα
English
Mare
Παραδείγματα
“※ Είχαν ένα βαρβάτο άλογο, έναν επιβήτορα, που τον ζευγάρωναν με φοράδες ή γαϊδούρες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.