HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μέσα

Επίθετο CEFR A1 Common
ˈme.sa

Ορισμοί

  1. εσωτερικός, ενδότερος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μέσο) του μέσος

Ισοδύναμα

Englishinner
日本語内内的
14 more languages

Παραδείγματα

“ο μέσα κόσμος μου”

my inner world (soul)

“η μέσα μεριά”

the inner side

“ο μέσα τοίχος, η μέσα αυλή”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μέσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free