Meaning of δίκιο | Babel Free
/ˈðico/Ορισμοί
- αυτό που είναι αληθές ή ορθό, που συμφωνεί με την πραγματικότητα
- αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης
Παραδείγματα
“έχω δίκιο, δίκιο έχεις”
“Η επιστημονική εξέλιξη απέδειξε ότι ο Γαλιλαίος είχε δίκιο σε αυτά που υποστήριζε.”
“Αγωνίζομαι να βρω το δίκιο μου, τα δίκαιά μου.”
“Μη θυμώνεις μαζί του, έχει κι αυτός τα δίκια του.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.