HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αγάπη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A1 Common
aˈɣa.pi

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις
  3. ο εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα
  4. ο έρωτας
  5. Αγία που το όνομά της γιορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου
  6. το πρόσωπο για το οποίο αισθάνεται κανείς έρωτα
  7. χωριό της Ελλάδας στη Τήνο (και Αγάπι)
  8. ως προσφώνηση οικείων προσώπων ή εραστών
  9. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αγάπης)
  10. το έντονο ενδιαφέρον ή η συχνή ενασχόληση με κάτι
  11. η αφοσίωση σε ένα ιδανικό, η ολόψυχη επιθυμία για κάτι που θεωρείται αγαθό
  12. το φιλί μεταξύ των χριστιανών στην ακολουθία της Ανάστασης
  13. , κοινά δείπνα των πρώτων Χριστιανών
    plural

Ισοδύναμα

51 more languages
Afrikaansliefde
العربيةحب
Azərbaycan dilisevgi
Българскилюбов
Bosanskilove
Ελληνικάστοργή
Esperantoamo
Euskaraamodio
فارسیعشق
Gaeilgegrá
Gàidhliggràdh
עבריתאהבה
हिन्दीप्यार
Hrvatskiljubavlove
Հայերենսեր
Bahasa Indonesiaasmaracinta
日本語
ქართულისიყვარული
Қазақ тілімахаббат
한국어사랑
Lingálabolingo
LietuviųMeile
Македонскиљубов
Bahasa Melayukasihnganga
Românăiubire
Slovenčinaláska
Slovenščinaljubezen
Shqipdashuri
Српскиloveљубав
Tagalogpag-ibig
Українськакоха́ннялюбов
中文爱情
繁體中文愛情

Παραδείγματα

“νιώθω αγάπη για κάποιον”
“η συζυγική / πατρική/ μητρική/ αδελφική αγάπη”
“χαίρονται την αγάπη τους
“θυμάται την πρώτη του αγάπη”
“εκεί βρισκόμουν από το πρωί, αγάπη, δεν με είδες;”
“έχει αγάπη για την εντομολογία”
“η αγάπη για την πατρίδα”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αγάπη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free