αγάπη
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις
- ο εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα
- ο έρωτας
- Αγία που το όνομά της γιορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου
- το πρόσωπο για το οποίο αισθάνεται κανείς έρωτα
- χωριό της Ελλάδας στη Τήνο (και Αγάπι)
- ως προσφώνηση οικείων προσώπων ή εραστών
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αγάπης)
- το έντονο ενδιαφέρον ή η συχνή ενασχόληση με κάτι
- η αφοσίωση σε ένα ιδανικό, η ολόψυχη επιθυμία για κάτι που θεωρείται αγαθό
- το φιλί μεταξύ των χριστιανών στην ακολουθία της Ανάστασης
-
, κοινά δείπνα των πρώτων Χριστιανών plural
Ισοδύναμα
51 more languages
Afrikaansliefde
العربيةحب
Azərbaycan dilisevgi
Българскилюбов
Bosanskilove
Danskkærlighed
Ελληνικάστοργή
Esperantoamo
Eestiarmastus
Euskaraamodio
فارسیعشق
Gaeilgegrá
Gàidhliggràdh
עבריתאהבה
हिन्दीप्यार
Հայերենսեր
ქართულისიყვარული
Қазақ тілімахаббат
한국어사랑
Lingálabolingo
LietuviųMeile
Македонскиљубов
Românăiubire
Slovenčinaláska
Slovenščinaljubezen
Shqipdashuri
Tagalogpag-ibig
Παραδείγματα
“νιώθω αγάπη για κάποιον”
“η συζυγική / πατρική/ μητρική/ αδελφική αγάπη”
“χαίρονται την αγάπη τους”
“θυμάται την πρώτη του αγάπη”
“εκεί βρισκόμουν από το πρωί, αγάπη, δεν με είδες;”
“έχει αγάπη για την εντομολογία”
“η αγάπη για την πατρίδα”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free