Meaning of αγάπη | Babel Free
/aˈɣa.pi/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις
- ο εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα
- ο έρωτας
- Αγία που το όνομά της γιορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου
- το πρόσωπο για το οποίο αισθάνεται κανείς έρωτα
- χωριό της Ελλάδας στη Τήνο (και Αγάπι)
- ως προσφώνηση οικείων προσώπων ή εραστών
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αγάπης)
- το έντονο ενδιαφέρον ή η συχνή ενασχόληση με κάτι
- η αφοσίωση σε ένα ιδανικό, η ολόψυχη επιθυμία για κάτι που θεωρείται αγαθό
- το φιλί μεταξύ των χριστιανών στην ακολουθία της Ανάστασης
-
, κοινά δείπνα των πρώτων Χριστιανών plural
Παραδείγματα
“νιώθω αγάπη για κάποιον”
“η συζυγική / πατρική/ μητρική/ αδελφική αγάπη”
“χαίρονται την αγάπη τους”
“θυμάται την πρώτη του αγάπη”
“εκεί βρισκόμουν από το πρωί, αγάπη, δεν με είδες;”
“έχει αγάπη για την εντομολογία”
“η αγάπη για την πατρίδα”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.